χελιδών ηδομένη



Κείμενο του Φίλιππου Τσαλαχούρη (από το βιβλίο που συνοδεύει το cd «Χελιδών ηδομένη»)

Σκέψεις για τη μουσική στα έργα του Αριστοφάνη

Τα θέματα που αφορούν στον τρόπο αντιμετώπισης της μουσικής στα έργα του Αριστοφάνη είναι περισσότερο σαφή απ’ ότι στην τραγωδία. Είναι η φύση της κωμωδίας και οι διαχρονικές της συνταγές οι παράγοντες εκείνοι που επιβάλλουν στους συνθέτες τρόπους αδρούς και εύκολα αναγνωρίσιμους σε κάθε χρονική περίοδο. Περισσότερο απ’ ότι στο δράμα, κάθε εποχή αναζητεί στην κωμωδία να αντικρύσει σαν σε καθρέφτη το δικό της πρόσωπο, με αποτέλεσμα να δημιουργεί αυτόματα αναλογίες και ταυτίσεις, παραλληλισμούς και συχνά αναχρονισμούς, για να κατορθώσει να παρασύρει το κοινό στο κωμικό και να το παραδώσει στη ευεξία του γέλιου. Ακολουθεί και η μουσική τους κανόνες αυτούς. Οι βασικές φόρμες, όπως είναι το τραγούδι και ο χορός, υπηρετώντας την κωμωδία βρίσκουν στην πολυρυθμία, την πολυχρωμία και τη μελωδική γραμμή της εποχής τους τον δρόμο για την άμεση επαφή με το κοινό.

Θα θέλαμε να γνωρίσαμε περισσότερα για τις μουσικές που γράφτηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως είναι οι «Εκκλησιάζουσες» του Σακελλαρίδη (1904) ή οι Όρνιθες του Βάρβογλη (1929). Δυστυχώς, οι πηγές είναι ελάχιστες και ο κόπος για την αναζήτησή τους μεγάλος. Μια απλή παρατήρηση είναι πως οι σημαντικοί συνθέτες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα προσπέρασαν την κωμωδία, ενώ αντίθετα ξόδεψαν πολύ χαρτί και μελάνι για την τραγωδία. Μελετώντας, για παράδειγμα, τις μεταγενέστερες «Νεφέλες» του Καζάσογλου (1952) διαπιστώνουμε τη λόγια καταγωγή της μελωδικής έμπνευσης που πηγάζει από τους αρχαίους ελληνικούς τρόπους. Την ίδια αισθητική υπηρετεί και η ενορχήστρωση του έργου, όπου η άρπα και τα φλάουτα κυριαρχούν.

Έχοντας αφήσει πίσω μας τον 20ό αιώνα, διακρίνουμε πλέον καθαρά τις βασικές αισθητικές κατευθύνσεις, οι οποίες, κατηγορηματικά και απερίφραστα, θα λέγαμε πως είναι δύο: η γραμμή Χατζιδάκι, λυρική, αισθαντική και συχνά νοσταλγική, με αστικά χαρακτηριστικά, τα οποία αναδεικνύει με την αρμονία, την ποίηση και την ομορφιά, στέρεα δομημένα στη μοναδική χατζιδακική μελωδική έμπνευση, και η γραμμή Λεοντή, λαϊκή, με αταβιστικά στοιχεία, φαινομενικά ακατέργαστη και πυκνή, πέρα από κάθε καλλιέπεια, που αποσκοπεί στην τέρψη την προερχόμενη από την αλήθεια. Ταυτίζονται απόλυτα στη βασική τους επιλογή πως πρέπει να γεννηθούν από το κείμενο τραγούδια. Αυτό, όσο κι αν ακούγεται απλό, δεν είναι καθόλου αυτονόητο. Επίσης, κοινό τους στοιχείο είναι η ελληνικότητα και η με προσήλωση αναζήτησή της χωρίς συμπλέγματα, εκφρασμένη αυθόρμητα στη χρήση οργάνων, ρυθμών ή ακόμη και συγκεκριμένα στην ενσωμάτωση αυτούσιων και αναγνωρίσιμων μουσικών δομών από την παράδοση. Σήμερα οι μουσικολόγοι και οι εθνολόγοι ανακαλύπτουν στις μελωδικές γραμμές της παραδοσιακής μουσικής τα χνάρια της αρχαίας ελληνικής κωμωδίας. Είναι πάντοτε ενδιαφέρον το γεγονός ότι προηγείται σκανδαλωδώς το ένστικτο των δημιουργών από την τεκμηριωμένη γνώση στην αναζήτηση απαντήσεων για θέματα που κρύβει μυστικά στα σπλάχνα του ο χρόνος. Ακόμη, θα πρέπει να αναφέρουμε τη μοναδική μουσική του Γιάννη Χρήστου για το έργο «Βάτραχοι» που ανέβασε ο Κουν το 1966 και αποτελεί από μόνη της ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερο δείγμα στην αριστοφανική μουσική. Ο Χρήστου ακολούθησε έναν εντελώς ξεχωριστό δρόμο, τον οποίο κανείς μέχρι σήμερα δεν έχει τολμήσει να μιμηθεί. Επέλεξε την τελετουργική διάσταση, όπως λέει και ίδιος στο κείμενό του, προβάλλοντας τη «σοβαρή» πλευρά, που στη συγκεκριμένη κωμωδία είναι ιδιαίτερα εμφανής. Τόσο στο πρώτο ανέβασμα του έργου από το Θέατρο Τέχνης (σε σκηνοθεσία Καρόλου Κουν) όσο και στο τελευταίο που χρησιμοποιήθηκε η ίδια μουσική το 1992 (σκηνοθεσία Μ. Κουγιουμτζή), η μουσική περισσότερο προβλημάτιζε παρά διασκέδαζε τους θεατές. Είναι ένας τρόπος προσέγγισης του Αριστοφάνη ο οποίος δεν έχει ακόμη πλήρως κατατεθεί. Λόγω της δυσκολίας και κυρίως της γνώσης που απαιτεί, ο τρόπος αυτός δεν βρήκε σε άλλους συνθέτες ανάλογη συνέχεια ώστε να αξιολογηθεί η θέση του στη γενικότερη εξέλιξη.

Ο Μάνος Χατζιδάκις συνέθεσε την πρώτη μουσική για έργο του Αριστοφάνη το 1956. Ήταν οι «Εκκλησιάζουσες» για το Εθνικό Θέατρο (σκηνοθεσία Αλ. Σολωμού). Η μουσική της «Λυσιστράτης», όμως έμεινε στην ιστορία με το τραγούδι «ένα μύθο θα σας πω» (Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολωμού). Ο Χατζιδάκις ακολούθησε τη γραμμή που είχε χαράξει το Εθνικό Θέατρο και τα κλασική ανεβάσματα των έργων του Αριστοφάνη, χρησιμοποιώντας μαζί με την «κρυμμένη» ορχήστρα και πλήρες το ενορχηστρωτικό λεξιλόγιο που είχε ήδη διαμορφωθεί. Σώζεται μια ηχογραφημένη παράσταση, στην οποία ακούγεται καθαρά η μουσική και ο τρόπος που λειτουργούσε στην παράσταση με τις ατμοσφαιρικές συνοδείες, τα σχεδόν κινηματογραφικά μοτίβο των εισόδων, τους χορούς κ.λπ. Ο «Μύθος» ξεχώριζε και είναι βέβαιο πως ο Χατζιδάκις αντιλήφθηκε αμέσως τη δύναμη της επιρροής στους θεατές.

Την επόμενη χρονιά, και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, όχι στην Ηρώδιο αλλά στο Θέατρο του Άλσους, ο Κουν ανέθεσε στον Χατζιδάκι τη μουσική του «Πλούτου». Εκεί ο Κουν δοκίμασε ένα περισσότερο λαϊκό ύφος, που οδήγησε τον Χατζηδάκι στους ήχους της λατέρνας και στη χρήση του μπουζουκιού. Η παράσταση περιελάμβανε μεγάλες επιτυχίες του εκείνης της εποχής όπως το «Γαρύφαλο στ΄αυτί» ή την «Κυρά». Η απήχηση ήταν τόση που το φεστιβάλ ζήτησε από τον Κουν για την επόμενη χρονιά να ανεβάσει τους «Όρνιθες». Και εδώ η αριστοφανική μουσική απέκτησε το μέτρο της. Η αισθητική ταύτιση του Χατζιδάκι με τον Κουν και τον Τσαρούχη, αλλά και τη Ραλλού Μάνου στο πρώτο ανέβασμα και βέβαια με τη Ζουζού Νικολούδη στην τελική μορφή της παράστασης δύο χρόνια αργότερα, έδωσε ένα αποτέλεσμα που πραγματικά ακόμη δεν έχει ξεπεραστεί.

Δεν ξανάγραψε μουσική για τον Αριστοφάνη ο Χατζιδάκις, αλλά και δεν χρειάστηκε. Στην παρτιτούρα των «Ορνίθων» δεν αποτυπώνεται μόνο η άποψή του για τον Αριστοφάνη, αλλά και η γενικότερη αντίληψή του για τη θεατρική μουσική με ελληνική ιθαγένεια. Έξοχα τραγούδια, συναρπαστικές χορευτικές φόρμες και λαμπερή ενορχήστρωση που απαιτούν πεντακάθαρη εκτέλεση, και απέριττη ερμηνεία συνθέτουν μια λυρική ατμόσφαιρα που στην νοσταλγική της διάσταση αναδεικνύει τον ποιητή. Η Χατζιδακική αισθητική, όπως τη γνωρίζουμε από τα τραγούδια του συνθέτη, προσέφερε στον Αριστοφάνη έναν τρόπο ανάγνωσης που προβάλλεται από την αστική του προσέγγιση. Η Μελωδία γεννιέται κι αναπνέει στα στενά της Αθήνας και τραγουδιέται απλά, άμεσα τρυφερά, ακόμη και στις στιγμές της πιο μεγάλης έντασης. Ο «Μύθος» από τη «Λυσιστράτη» και ο ήχος της λατέρνας στον «Πλούτο» ήταν οι τομές που έφεραν τον Αριστοφάνη από τα βιβλία της Οξφόρδης στα χείλη των θεάτρων σαν ένα απλό τραγούδι: «Ένα μύθο θα σας πω. Ω! Καλή μου ξανθιά. Χαίρε πανώρια...»

Η επιτυχία που σημείωσαν οι «Όρνιθες» προκάλεσε μια αριστοφανική έκρηξη η οποία παρέσυρε, όπως ήταν φυσικό, και τους συνθέτες. Για παράδειγμα, την παρίοδο 1966-1968 ξεκίνησαν την καριέρα τους στον Αριστοφάνη ο Χρήστου («Βάτραχοι»), ο Θεοδωράκης («Λυσιστράτη»), ο Αντωνίου («Ειρήνη»), ο Χριστοδουλίδης («Πλούτος») και ο Ξαρχάκος («Ιππής»).

Ο Λεοντής δημιούργησε τον δικό του σταθμό στη μουσική για τον Αριστοφάνη, ξεκινώντας στο Θέατρο Τέχνης με τους «Αχαρνής» το 1977.

Με ακούσματα και απόψεις αντίθετες προς τα καθιερωμένα, αντιμετωπίζοντας γενικότερα τη μουσική με γνώμονα την ορμέμφυτη διάστασή της και έχοντας οδηγό την τάση του Κούν για την αναζήτηση μιας νέας θεατρικής αλήθειας για τον Αριστοφάνη στα μύχια της παράδοσης, έκανε το θαύμα που φάνταζε για τους «εραστές» των Ορνίθων» ακατόρθωτο. Ακόμη και ο ίδιος ο Χατζιδάκις είχε πει στον Λεοντή ακούγοντας τη μουσική από τους «Αχαρνής» πως θα ήθελε να την είχε γράψει αυτός. «Κι εγώ θα ήθελα να είχα γράψει τους “Ορνιθες”...» απάντησε ο Λεοντής.

Χρησιμοποιήθηκαν λαϊκά όργανα με τον αυθεντικό τρόπο εκτέλεσής τους και επιβλήθηκε στους ηθοποιούς για πρώτη φορά να ξεχάσουν την ωραία τους φωνή. Έτσι τα τσουβάλια και οι λινάτσες έδεσαν μαγικά με τα σκόρδα που κρέμονταν από τη ζώνη του Λαζάνη/Δικαιόπολη και τις έρρινες φωνές του χορού, που τραγουδούσε τόσο διονυσιακά, εκμεταλλευόμενος ένστικτα που είναι απόλυτα συνυφασμένα με τα αρχέτυπα του Αριστοφάνη. Τραγούδια γεννήθηκαν και στα δύο έργα, αποδεικνύοντας πως αυτός είναι ο μόνος δρόμος και προκαλώντας ταύτιση με το πλατύ κοινό που βρήκε πρόσφορο έδαφος για να εκφραστεί στο μεταπολιτευτικό ύφος που έφερε η μουσική του Λεοντή. Ξεσήκωναν τον κόσμο τα τραγούδια «Χαίρε! Αγαπημένη» και «Μούσα μου πολεμοδιώχτρα» από την «Ειρήνη». Όρθιο το κοινό συμμετείχε και συνόδευε χτυπώντας τα χέρια ρυθμικά και δημιουργώντας ατμόσφαιρα γιορτής, ανάλογης ίσως με εκείνη που φανταζόμαστε για τα μακρινά εκείνα χρόνια της αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ο Λεοντής όχι μόνο ξεπέρασε τα λεξικά της Οξφόρδης, αλλά κατέστησε μέσω της μουσικής του γλώσσας την ποίηση του Αριστοφάνη κτήμα όλων. Ακόμη και ο πλέον αδαής κατανόησε στις παραστάσεις αυτές τη συγγενική του σχέση με τον αρχαίο κωμωδοποιό, διότι ο λεοντής δεν έβαλε στα χείλη των ηρώων του Αριστοφάνη έναν «άλλο» ήχο. Αναζήτησε με σεβασμό, υπομονή, ειλικρινά και γνήσια λαϊκή συνείδηση τη μουσική που έκρυβαν βαθιά μέσα τους οι ίδιοι. Έδωσε πνοή σ΄εκείνη τη μουσική που συνέδεε μαγικά τον αριστοφανικό ψυχισμό με τους θεατές του σήμερα και την ανάγκη τους για το πολυπόθητο ταξίδι της επιστροφής στην αληθινή πατρίδα που φέρνει δάκρυα στα μάτια. Η «αλήθεια» της μουσικής αυτής ήταν, είναι και θα είναι η μεγαλύτερη προσφορά του Λεοντή στη μουσική ανάγνωση του Αριστοφάνη.

Και κάτι ακόμη. Ο Χρήστος Λεοντής, έχοντας ασχοληθεί μέχρι σήμερα με το σύνολο του αριστοφανικού έργου, δεν μας έδωσε μόνο ένα έργο, ένα αποτέλεσμα –σύμφωνα με τα δικά του μουσικά πιστεύω-, αλλά μόχθησε ακάματα και μεθοδικά για διαμορφώσει και να παραδώσει στους επόμενους συστηματοποιημένο και τον τρόπο, σε αντίθεση με άλλους που απλώς διαχειρίστηκαν και χρησιμοποίησαν ως φορείς ιδέες και καθιερωμένους θεατρικούς τρόπους και πρακτικές. Αν θέλουμε να αναζητήσουμε τους λόγους που ο Λεοντής δημιούργησε συμπαγές μουσικό έργο –αν δεχτούμε ως σύνολα την μουσική του για τον Αριστοφάνη-, θα τους βρούμε ακέραιους σε ένα και μόνο γεγονός: γράφοντας δεν είχε στόχο να συνθέσει μέσω του Αριστοφάνη την «ωραία μουσική του», αλλά να αναγεννήσει τη «γνήσια μουσική μας».


ΦΙΛΙΠΠΟΣ ΤΣΑΛΑΧΟΥΡΗΣ
Διαβάστε το κείμενο στα αγγλικά...