καπνισμένο τσουκάλι - 1973



Ο Γιάννης Ρίτσος και το «Καπνισμένο τσουκάλι»

Από υπερβολικό θαυμασμό για το έργο των ποιητών, είχα ανέκαθεν την εντύπωση πως ότι ήταν γραμμένο σε μορφή ποιήματος δεν είχε γραφεί από χέρι ανθρώπου, αλλά ήταν εξ ουρανού. Αυτή την εντύπωση είχα βέβαια και για το έργο του Ρίτσου πριν τον γνωρίσω.

Η γνωριμία μας έγινε στις 12 Μαρτίου 1963, τη μέρα που έκανα την παρθενική μου συναυλία, μαζί με τον Μάνο Λοίζο, στο Θέατρο Ακροπόλ. Είχε έρθει να μας ακούσει, όπως επίσης και ο Βρεττάκος, χωρίς να γνωριζόμαστε με κανέναν από τους δυο.

Τη συναυλία μας την προλόγιζε ο Μίκης Θοδωράκης, ο οποίος μάλιστα την ίδια εκείνη μέρα και με διαφορά μισής ώρας έπαιζε με τον Μάνο Χατζιδάκι σε άλλο θέατρο, το Κεντρικόν. Εγώ είχα μεγάλο τρακ σε όλη τη διάρκεια της παράστασης, διότι πριν την έναρξη μας είχαν ειδοποιήσει για την έλευση των δυο ποιητών, αλλά στο τέλος ήρθαν και μας συνεχάρησαν θερμά. Με τον Ρίτσο βγάλαμε και μια φωτογραφία, που μου θυμίζει τη μέρα της γνωριμίας μας.

Από τότε άρχισα να διαβάζω πιο συστηματικά την ποίηση του Ρίτσου, του Βρεττάκου και πολλών άλλων συγχρόνων ή παλιότερων ποιητών, γιατί πίστευα πως ήταν κι ένα μέρος της δουλειάς μου. Προσπαθούσα να ανακαλύψω τον Λόγο που θα εξέφραζε και μένα, για να μπορέσω να τον κάνω μουσική, αφού η καλλιτεχνική μας ιδεολογία εκείνη την εποχή ήταν ιδιαίτερα στραμμένη προς την ελληνική ποίηση.

Έτσι μου δόθηκε η ευκαιρία και ξεκίνησα με βουλιμία να μελετώ τον Ρίτσο. Μέσα από ‘κεί γνώρισα το ποιητικό του μεγαλείο, την ανθρωπιά του, αλλά και το νεανικό στοιχείο της αμεσότητας που έχει ο λόγος του – γιατί είναι αλήθεια ότι πολλοί καλλιτέχνες αποφεύγουν να μιλήσουν άμεσα, κάνοντας πολλές αδικαιολόγητες στροφές στην έκφραση τους. Προσωπικά, θαυμάζω τους ποιητές που ήδη με την πρώτη ανάγνωση σου αφήνουν το απόσταγμα της σκέψης και του αισθήματος τους. Τέτοιοι ποιητές είναι ο Σεφέρης, ο Ελύτης και ο Ρίτσος.

Από το έργο του Ρίτσου βρήκα πολλά ποιήματα που θα μπορούσα να τα προσεγγίσω και να γράψω πάνω τους μουσική. Πολλών λογιών συγκυρίες όμως δεν μου επέτρεψαν να το κάνω.

Ώσπου ήρθε η περίοδος της δικτατορίας και, το 1973, τα γεγονότα της Νομικής. Καθώς όλος ο κόσμος προσπαθούσε να συμπαρασταθεί με όποιο τρόπο μπορούσε στα παιδιά που είχαν κάνει κατάληψη, εγώ κλείστηκα στο σπίτι μου φέρνοντας συνέχεια στη σκέψη μου την ποίηση του Ρίτσου, γιατί μόνο αυτή εξέφραζε εκείνη τη στιγμή εκείνο που αισθανόμουν. Βρήκα μάλιστα ένα από τα λιγότερο γνωστά του έργα, το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ από τη συλλογή ΑΓΡΥΠΝΙΑ. Ομολογώ ότι μπροστά μου ανοίχτηκε ένας διάπλατος ορίζοντας, που ούτε καν μπορούσα να το φανταστώ για ένα ποίημα γραμμένο σε άλλη εποχή, το 1948, κάτω από άλλες συνθήκες.

Άρχισα να το διαβάζω, να το επεξεργάζομαι μουσικά και μέσα σε δυο τρεις μέρες είχα γράψει τα πρώτα τραγούδια: Το Ήταν μακρύς ο δρόμος, το Αυτά τα κόκκινα σημάδια και το Ξέρουμε. Την επόμενη το βράδυ κατέβηκα στο κέντρο. Είχαν ήδη προχωρήσει τα γεγονότα, διαδηλώσεις, συλλήψεις κλπ. Μας κυνηγούσαν οι αστυνομικοί και κάποια στιγμή βρέθηκα με ένα παπούτσι στην οδό Αθηνάς, κοντά στη Λαχαναγορά. Για να γλιτώσω ανέβηκα σ’ ένα καρότσι, σκεπάστηκα με κάτι καφάσια κι έμεινα εκεί ώσπου πέρασε η μπόρα. Διέσχισα μετά το Μοναστηράκι κι από ‘κεί έφτασα στην Πλάκα.

Εκεί, στον οδό Θόλου, υπήρχε μια μπουάτ (νομίζω λεγόταν Το χρυσό βαρέλι), όπου τραγουδούσε ο Γιώργος Ζωγράφος. Μπαίνω μέσα και βλέπω γύρω στους 40-50 φοιτητές, άλλους ματωμένους, άλλους με τα μάτια πρησμένα από τα δακρυγόνα, όλους στην ίδια περίπου κατάσταση με μένα. Επικρατεί μια ατμόσφαιρα σχεδόν καλογερίστικη, συγκινησιακά φορτισμένη. Οπότε, με καλεί ο Ζωγράφος αν θέλω να παίξω κάτι δικό μου. Εκείνη την ώρα, το μόνο που είχα στο μυαλό μου ήταν τα τραγούδια του Ρίτσου που μόλις είχα γράψει.

Κάθομαι λοιπόν στο πιάνο, συγκεντρώνομαι και προσπαθώ να τα θυμηθώ. Παίζω το πρώτο κομμάτι, μετά το δεύτερο, μετά το τρίτο, χωρίς να σταματήσω καθόλου ενδιάμεσα. Τελειώνοντας ένιωσα φοβερή κούραση, ένα πλάκωμα και σαν να μου είχαν κοπεί τα χέρια από τη ρίζα. Δεν χειροκρότησε κανείς, αλλά μόλις γύρισα το κεφάλι, είδα όλα τα παιδιά αγκαλιασμένα ανά δυο, σκυφτά και να κλαίνε. Με πήραν και μένα τα κλάματα.

Αυτή ήταν η πρώτη εκτέλεση των πρώτων κομματιών από το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ. Τότε κατάλαβα ότι ο Ρίτσος ήταν πραγματικά ένας οδηγητής, ένας οραματιστής, ένας ηγέτης ανθρώπων που θέλουν να ζήσουν με υπερηφάνεια. Και τα ποιήματα του, που έγιναν τραγούδια, εκφράζουν τον αγώνα της εποχής και τον αγώνα κάθε εποχής για την αξιοπρέπεια και την ελευθερία. Γιατί, όσο κι αν φθείρεται η ψυχή του ανθρώπου, πάντα μια εσωτερική δύναμη αυτοάμυνας του ανοίγει χαραμάδες και διόδους προς το φως.

Μόλις ολοκλήρωσα το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ, τηλεφώνησα στο Ρίτσο και ζήτησα να τον δω, κυρίως γιατί στα τραγούδια είχα κάνει κάποιες «μικροαυθαιρεσίες»  τεχνικής φύσεως (είχα μετατοπίσει κάποιους στίχους ή τους επαναλάμβανα στο τέλος) και ήθελα να τον ενημερώσω. Έγραψα σε μια μαγνητοταινία, τελείως πρόχειρα, τα τραγούδια και του την πήγα. Την άκουσε μόνος του και την επόμενη μου τηλεφώνησε ενθουσιασμένος. «Αισθάνομαι, μου λέει, πως έχουν μια δύναμη που ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν την είχα φανταστεί. Τα ποιήματα πήραν μια άλλη δυναμική και βγήκε μπροστά το στοιχείο της αισιοδοξίας, του αγώνα σε όλο του το εύρος και την ομορφιά. Γιατί ο αγώνας δεν είναι μόνο η μάχη, είναι και η ομορφιά της ζωής μετά τη μάχη. Και τα τραγούδια αυτά, μου λέει, φέρνουν στο φως όλη αυτή την ομορφιά».

Περιττό να πω ότι πέταξα στα σύννεφα. Πολύ περισσότερο επειδή επρόκειτο για έναν ποιητή που, αντικειμενικά, είναι από τους σημαντικότερους. Άλλωστε, τον θεωρώ έναν από τους δασκάλους μου – μαζί με τον Κουν, τον Τσαρούχη, τον Χατζιδάκι, τον Θεοδωράκη. Ο Ρίτσος υπερασπιζόταν με το έργο του αξίες της ζωής και αξίες της Τέχνης, οι οποίες με αφορούσαν και μένα βαθιά.

Το ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ πρωτοπαρουσιάστηκε ολόκληρο σε μια μπουάτ που είχα ανοίξει στην Πλάκα, την Αγρύπνια, όπου το τραγουδούσε η Ελένη Μαντέλου. Αργότερα, θέλησα να το παρουσιάσω σε μια συναυλία. Πήρα τη σχετική άδεια (από τον τότε υπουργό Προεδρίας της δικτατορίας, τον Ζουρνατζή) και η συναυλία είχε ορισθεί για τις 26 Νοέμβρη του ’73. Εν τω μεταξύ όμως έγιναν τα γεγονότα του Πολυτεχνείου και το πραξικόπημα του Ιωαννίδη, οπότε η συναυλία ματαιώθηκε.

Όταν, αρκετό καιρό μετά την Μεταπολίτευση, επρόκειτο να γυριστεί το έργο σε δίσκο, με τον Νίκο Ξυλούρη, ζήτησα από τον Ρίτσο να διαβάσει ο ίδιος κάποιος στίχους. Εκείνος αρχικά αρνήθηκε και μου πρότεινε να τα διαβάσει ο Μάνος Κατράκης. Εγώ δεν ήθελα, αφ’ ενός διότι ο Κατράκης διάβαζε κάποια μέρη από το ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ στο δίσκο του Θεοδωράκη και αφ’ ετέρου διότι μου άρεσε η ιδέα να συμμετέχει ο ίδιος ο ποιητής και ν’ ακούγεται η φωνή του. Κατά βάθος, ήξερα ότι και σ’ εκείνον άρεσε η ιδέα. Έτσι όταν του είπε «Καλά, θα ζητήσω από τον Κατράκη να τα πει», εκείνος συμφώνησε και μου είπε: «Άσε, θα δοκιμάσω να τα πω εγώ». Νομίζω ότι το αποτέλεσμα είναι επιτυχημένο – η φωνή του είναι πολύ ωραία και η ανάγνωση του σαν ερμηνεία θεατρικού ρόλου.

Ο Ρίτσος λείπει σαν παρουσία, σαν ολοκληρωμένη καλλιτεχνική υπόσταση. Δεν ήταν μόνο σπουδαίος ποιητής. Ασχολήθηκε με το θέατρο, το μυθιστόρημα, την μετάφραση. Ζωγράφιζε εξαιρετικά πάνω σε πέτρες και σε καλαμόριζες. Έπαιζε πιάνο, στα νιάτα του υπήρξε χορευτής. Ένας μεγάλος πνευματικός άνθρωπος, που το έργο του ανοίγει δρόμους. «Ένα παράθυρο ανοιχτό στη λιακάδα», λέει στο ΚΑΠΝΙΣΜΕΝΟ ΤΣΟΥΚΑΛΙ. Αυτό ακριβώς είναι ο Ρίτσος: ένα παράθυρο στη λιακάδα. Και στο σημερινό σκοτάδι, αυτό το φως μου λείπει, μας λείπει πολύ.